έκτακτος


έκτακτος
-η, -ο (AM ἔκτακτος, -ον)
νεοελλ.
1. αυτός που βρίσκεται ή προσλαμβάνεται έξω από την κανονική σειρά, ως βοηθητικός («έκτακτος υπάλληλος, καθηγητής»)
2. ο μη τακτικός, ο μη προβλεπόμενος, απρόβλεπτος, ειδικός, ιδιαίτερος («έκτακτα έξοδα, φόροι»)
3. αυτός που γίνεται ή παρουσιάζεται σε ειδικές περιστάσεις, ασυνήθιστος, σπάνιος («έκτακτο στρατοδικείο», «έκτακτο παράρτημα»)
4. εξαιρετικός, έξοχος, άριστος («έκτακτος άνθρωπος», «κόρη εκτάκτου κάλλους»)
αρχ.
στρατ. ο απεσπασμένος σε ειδική υπηρεσία (επίρρ. εκτάκτως, έκτακτα).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτακτος — detailed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτακτος — η, ο επίρρ. α 1. ο μη τακτικός, που δεν προβλεπόταν: Έκτακτη συνεδρίαση. – Έκτακτα έξοδα. 2. που γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις, ασυνήθιστος, σπάνιος: Έκτακτο στρατοδικείο. 3. εξαιρετικός, έξοχος, σπουδαίος: Είναι έκτακτος άνθρωπος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έκτακτος — [эктактос] εχ. чрезвычайный, нештатный (о должности) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἔκτακτον — ἔκτακτος detailed masc/fem acc sg ἔκτακτος detailed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτάκτους — ἔκτακτος detailed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτακτοι — ἔκτακτος detailed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Επιστήμες — ΑΡΧΑΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ Η επιστήμη και η τεχνολογία καθορίζουν σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία, την καθημερινή ζωή. Η ίδια όμως η έννοια της επιστήμης, όπως τη χρησιμοποιούμε στις μέρες μας, οφείλει την ύπαρξή… …   Dictionary of Greek

  • γρεντής — και γρετής και εγρετής, ο προσωρινός, έκτακτος, αργόμισθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. eğreti ή igreti «προσωρινός, έκτακτος» (πρβλ. γρετίδικος)] …   Dictionary of Greek

  • Διομήδης-Κυριακός — Επώνυμο γνωστής οικογένειας από τις Σπέτσες, μέλη της οποίας διακρίθηκαν κατά τον 19ο και τον 20ό αι. 1. Αλέξανδρος (Αθήνα 1875 – 1950). Οικονομολόγος και πολιτικός. Ήταν γιος του Νικολάου Δ. K. (βλ. 6.). Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών… …   Dictionary of Greek

  • Καψαμπέλης, Εμμανουήλ — (1865 – 1957). Διπλωμάτης. Υπηρέτησε διαδοχικά από το 1893 έως το 1917 στα προξενεία της Θεσσαλονίκης, της Σμύρνης, της Χίου και της Φιλιππούπολης. Το 1917 ανέλαβε τη διεύθυνση της πρεσβείας της Πετρούπολης στον Αρχάγγελο και το 1919 διορίστηκε… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.